Μετάφραση του "pitido" σε Ελληνικά

Οι σφύριγμα, μπιπ, σφυριξιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pitido" σε Ελληνικά.

pitido noun masculine γραμματική

Sonido alto y agudo producido por una persona, animal o cosa, particularmente para reclamar o dar una señal.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σφύριγμα

    neuter

    El pitido de un agente para dar paso a los peatones.

    Το σφύριγμα του τροχονόμου, σε μια διάβαση πεζών.

  • μπιπ

    Se oye un pitido desde el bolsillo.

    Ακούγεται ένα μπιπ μέσα από την τσέπη.

  • σφυριξιά

    feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pitido " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pitido" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη