Μετάφραση του "polaca" σε Ελληνικά
Οι Πολωνίδα, Πολωνή, Πολωνός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "polaca" σε Ελληνικά.
polaca
adjective
noun
feminine
γραμματική
Perteneciente o relativo a Polonia, sus habitantes o al idioma polaco.
-
Πολωνίδα
noun feminineDespués de todo, dijeron, yo era solo una polaca.
Στο κάτω-κάτω, είπαν, δεν είμαι παρά μια Πολωνίδα.
-
Πολωνή
properEs muy fácil criticar, pero como mujer polaca, recuerdo que una vez nos ayudaron.
Είναι πολύ εύκολο να ασκούμε κριτική, αλλά ως Πολωνή, θυμάμαι ότι κάποτε βοηθηθήκαμε.
-
Πολωνός
noun masculineEl polaco no quiere ir a la cama contigo.
Ο Πολωνός δε θέλει να κοιμηθεί μαζί σου.
-
Πολωνέζα
nounEstoy casado con una polaca.
Είμαι παντρεμένος με μία Πολωνέζα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " polaca " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "polaca" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πολωνίδα · Πολωνικά · Πολωνός · πολωνέζικος · πολωνικά · πολωνική γλώσσα · πολωνικός
-
πολωνικός συμβολισμός
-
πολωνική γλώσσα
-
Πολωνική Βικιπαίδεια
-
Πολωνικός Διάδρομος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη