Μετάφραση του "poseedor" σε Ελληνικά

Οι κάτοχος, νομέας, ιδιοκτήτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "poseedor" σε Ελληνικά.

poseedor adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κάτοχος

    noun masculine

    Recién el año pasado me di cuenta que soy el orgulloso poseedor de un escroto.

    Και μόλις πέρσι αντιλήφθηκα ότι είμαι ένας περήφανος κάτοχος οσχέου.

  • νομέας

    noun masculine

    6) «poseedor»: la persona que tiene la posesión material del bien cultural por cuenta propia;

    6. ως «νομέας»: το πρόσωπο που έχει τη φυσική εξουσία επί του πολιτιστικού αγαθού για ίδιο λογαριασμό·

  • ιδιοκτήτης

    noun masculine

    Así que eres el afortunado poseedor de esa preciosa limusina. ¡ Enhorabuena!

    Εσύ είσαι λοιπόν ο τυχερός ιδιοκτήτης αυτής της λιμουζίνας, συγχαρητήρια.

  • ιδιοκτήτρια

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " poseedor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "poseedor"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "poseedor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη