Μετάφραση του "postal" σε Ελληνικά
Οι ταχυδρομικός, κάρτα, καρτ ποστάλ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "postal" σε Ελληνικά.
Papel rectangular acartonado hecho para ser enviado por correo, contiene de un lado una imagen y del otro tiene espacio para una pequeña nota, una estampilla y la dirección de destino.
-
ταχυδρομικός
adjective masculineSi no existe un código postal, se requiere un nombre postal.
Εάν δεν υπάρχει ταχυδρομικός κωδικός, απαιτείται ταχυδρομική ονομασία.
-
κάρτα
noun feminineY si le hacen descuento y yo viajo por el mundo, me aseguraré de enviarle una postal.
Και αν έχει έκπτωση και κάνω ταξίδια στον κόσμο, θα σου στείλω σίγουρα κάρτα.
-
καρτ ποστάλ
noun feminineViciosas ranuras que casi no dejan pasar una tarjeta postal.
Μοχθηρές δαγκάνες που με το ζόρι χωρούν μια καρτ ποστάλ.
-
γραμματόσημο
noun neuterCorreos de Austria es la empresa responsable de emitir nuevas ediciones especiales de sellos postales austriacos.
Τα Αυστριακά Ταχυδρομεία είναι η αρμόδια εταιρεία για την έκδοση νέων ειδικών αυστριακών ταχυδρομικών γραμματοσήμων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " postal " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "postal"
Φράσεις παρόμοιες με "postal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ΤΚ · Ταχυδρομικός κώδικας · ταχυδρομικός κώδικας
-
γραμματόσημο
-
ταχυδρομική θυρίδα
-
Ταχυδρομικός κώδικας
-
ταχυδρομική υπηρεσία
-
ταχυδρομικό τέλος
-
ταχυδρομικό έμβασμα
-
Καρτ ποστάλ · κάρτα · καρτ ποστάλ