Μετάφραση του "practicante" σε Ελληνικά

Οι βοηθός, θρησκευόμενος, νοσοκόμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "practicante" σε Ελληνικά.

practicante noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βοηθός

    ουσιαστικό αρσενικό

    Πρόσωπο που στα φαρμακεία είναι υπεύθυνος, υπό τις οδηγίες του φαρμακοποιού, της παρασκευής και αποστολής των φαρμάκων.

    En consecuencia de esto, está prohibido a los farmacéuticos el recibir practicantes que carezcan del boletín de su inscripción y del certificado de aprobación.

    Ως συνέπεια αυτού, απαγορεύεται στους φαρμακοποιούς να δέχονται βοηθούς που δεν έχουν το έντυπο εγγραφής και το πιστοποιητικό έγκρισής τους.

  • θρησκευόμενος

    επίθετο αρσενικό (-η -ο)

    1. ο πιστός μιας θρησκείας ο οποίος ασκεί συστηματικά όσα νοούνται ως καθήκοντα σε αυτήν (π.χ. εκκλησιάζεται, μεταλαμβάνει κ.λπ.) 2. που τελεί με ευλάβεια τα θρησκευτικά του καθήκοντα και είναι αφοσιωμένος σε μια θρησκεία

    Los mahometanos practicantes no comen carne de cerdo.

    Οι θρησκευόμενοι μωαμεθανοί δεν τρώνε χοιρινό.

  • νοσοκόμος

    ουσιαστικό αρσενικό, θηλυκό

    άτομο που επαγγελματικά φροντίζει και περιποιείται τους αρρώστους (σε νοσοκομείο ή αλλού), βοηθάει τους γιατρούς κ.λπ.

    El médico al hacer su visita puede practicar la primera inyección y recomendar al practicante de guardia que siga haciendo otras.

    Ο γιατρός, όταν κάνει την επίσκεψή του, μπορεί να κάνει την πρώτη ένεση και να συστήσει στον εφημερεύοντα νοσοκόμο να συνεχίσει να κάνει άλλες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " practicante " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "practicante"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "practicante" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη