Μετάφραση του "precepto" σε Ελληνικά

Οι αρχή, διαταγή, εντολή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "precepto" σε Ελληνικά.

precepto noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρχή

    noun feminine

    Solo con dialogar con los huelguistas violaría el más sagrado de los preceptos ferengis.

    Ακόμα και η κουβέντα με τους απεργούς θα σήμαινε παραβίαση των πιο ιερών αρχών των Φερένγκι.

  • διαταγή

    ουσιαστικό θηλυκό

    ενέργεια με την οποία άτομο ή ομάδα ή φορέας απευθύνεται σε έναν κατώτερο και του αναθέτει ένα έργο που πρέπει αυτός υποχρεωτικά να διεκπεραιώσει ή του απαγορεύει να κάνει συγκεκριμένα πράγματα

    Llegaron nuevos y apremiantes preceptos del virrey para que el general en jefe avanzara cuanto antes fuera posible.

    Νέες και πιεστικές διαταγές έφτασαν από τον αντιβασιλέα για να προχωρήσει ο αρχιστράτηγος το συντομότερο δυνατό.

  • εντολή

    ουσιαστικό θηλυκό

    1. η διαταγή ή η παραγγελία που δίνεται επιτακτικά από κάποιον ανώτερο σε κάποιον κατώτερο για την εκτέλεση μιας πράξης 2. θεία επιταγή

    Ahora sabréis que toda la ley de Dios consiste, de forma sumaria, en diez preceptos.

    Τώρα θα ξέρετε ότι ολόκληρος ο νόμος του Θεού αποτελείται, συνοπτικά, από δέκα εντολές.

  • κανόνας

    ουσιαστικό αρσενικό

    κατευθυντήρια γραμμή ή πρότυπο που πρέπει να ακολουθήσει κανείς σε κάποιον τομέα

    Los romanos fijaron los preceptos del arte de la esgrima.

    Οι Ρωμαίοι έθεσαν τους κανόνες της τέχνης της ξιφασκίας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " precepto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "precepto"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "precepto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη