Μετάφραση του "previo" σε Ελληνικά

Το προηγούμενος είναι η μετάφραση του "previo" σε Ελληνικά.

previo adjective masculine γραμματική

Que ocurre antes que otra cosa, sea en tiempo o en orden. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • προηγούμενος

    adjective masculine

    El ejercicio de dichas actividades se supeditará a su notificación previa a las autoridades aduaneras.

    Η άσκηση των δραστηριοτήτων αυτών πρέπει να γνωστοποιείται προηγουμένως στις τελωνειακές αρχές.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " previo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "previo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "previo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη