Μετάφραση του "principal" σε Ελληνικά

Οι κύριος, κυρίως, κεντρικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "principal" σε Ελληνικά.

principal adjective noun masculine γραμματική

Elemento más importante.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κύριος

    noun masculine

    Al mismo tiempo se garantiza que en Austria sigan operando, como hasta ahora, tres proveedores principales.

    Ταυτόχρονα εξασφαλίζεται ότι στην Αυστρία θα παραμείνουν όπως και πριν τρεις κύριοι προμηθευτές.

  • κυρίως

    adjective

    En el presente resumen figuran los principales datos del pliego de condiciones a efectos informativos

    Στην παρούσα σύνοψη παρατίθενται τα κύρια στοιχεία των προδιαγραφών του προϊόντος για ενημερωτικούς σκοπούς

  • κεντρικός

    adjective masculine

    Les voy a exponer sus principales ejes, para que vayamos todos en el mismo sentido...

    Θα ήθελα να σας δώσω την κεντρική ιδέα έτσι ώστε όλοι να γνωρίζουμε πού πηγαίνουμε.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βασικός
    • πρώτος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " principal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Principal
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Βασική

    Una de las principales causas de las extinciones que estamos presenciando es la destrucción de los ecosistemas.

    Μια βασική αιτία της εξαφάνισης κάποιων ειδών είναι η απώλεια του φυσικού τους περιβάλλοντος.

  • Οικία

  • Αρχική

    Posteriormente, uno de los principales directivos reconoció: ‘Al principio no teníamos mucha idea de lo que nos pedían.

    Αργότερα, ένας από τους ανώτερους διευθυντές σχολίασε: “Αρχικά, δεν αντιληφθήκαμε τι ζητούσατε.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Αρχική σελίδα
    • Κεντρική

Φράσεις παρόμοιες με "principal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "principal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη