Μετάφραση του "proceder" σε Ελληνικά
Οι προέρχομαι, ενεργώ, συμπεριφορά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "proceder" σε Ελληνικά.
proceder
verb
masculine
γραμματική
Seguir un curso determinado. [..]
-
προέρχομαι
verbLos firmantes de una iniciativa ciudadana habrán de proceder de, al menos, un tercio de Estados miembros.
Οι υπογράφοντες πρωτοβουλία πολιτών προέρχονται από το ένα τρίτο τουλάχιστον των κρατών μελών.
-
ενεργώ
verbPor consiguiente, la Comisión ha decidido proceder de este modo.
Ως εκ τούτου, η Επιτροπή έλαβε την απόφαση να ενεργήσει κατ' αυτόν τον τρόπο.
-
συμπεριφορά
noun feminineEsa forma de proceder es atípica en un operador que participe en el mercado.
Μία τέτοια συμπεριφορά δεν είναι καθόλου συνήθης για έναν παράγοντα της αγοράς.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δρω
- προχωρώ
- κατάγομαι
- επεξεργάζομαι
- συμπεριφέρομαι
- φέρομαι
- μηνύω
- διαρκώ
- εγκαλώ
- ενάγω
- εξελίσσομαι
- συνεχίζομαι
- βαστώ
- κινούμαι
- εξακολουθώ
- κρατώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " proceder " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "proceder" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κατάγομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη