Μετάφραση του "profesional" σε Ελληνικά

Οι επαγγελματίας, επαγγελματικός, καθηγητής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "profesional" σε Ελληνικά.

profesional adjective noun masculine γραμματική

Persona que gana su vida realizando un trabajo. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επαγγελματίας

    noun masculine

    persona que recibe un pago por ejecutar tareas especializadas [..]

    Solo hay cosas que un profesional puede detectar.

    Υπάρχουν κάποια πράγματα που μόνο ένας επαγγελματίας μπορεί να δει.

  • επαγγελματικός

    adjective

    Αυτός που γίνεται από έναν επαγγελματία.

    O al menos tan vieja como los deportes profesionales.

    Ιστορία τόσο παλιά, όσο κι ο επαγγελματικός αθλητισμός.

  • καθηγητής

    noun masculine
  • δάσκαλος

    noun masculine

    Y nunca olvidaré lo que me dijo el profesional.

    Δε θα ξεχάσω τι μου είπε ο δάσκαλος της Λέσχης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " profesional " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "profesional" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "profesional" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη