Μετάφραση του "purulento" σε Ελληνικά

Το πυώδης είναι η μετάφραση του "purulento" σε Ελληνικά.

purulento

Que produce pus.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πυώδης

    adjective masculine

    Y, novato, quiero que empieces a drenar la pericarditis purulenta de la cama 23.

    Και νέε βάλε μια παροχέτευση στον ασθενή με την πυώδη περικαρδίτιδα στο 23.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " purulento " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "purulento" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "purulento" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη