Μετάφραση του "quehacer" σε Ελληνικά

Οι αγγαρεία, δουλειά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "quehacer" σε Ελληνικά.

quehacer noun masculine γραμματική

Tarea o un parte del trabajo que debe ser hecho, especialmente cuando es rutinario, difícil, o desagradable.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγγαρεία

    noun feminine
  • δουλειά

    noun feminine

    Bill, no te llevaré a ningún lado hasta que no hagas tus quehaceres.

    Δε θα σε πάω πουθενά, αν δεν τελειώσεις τη δουλειά σου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " quehacer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "quehacer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη