Μετάφραση του "quieto" σε Ελληνικά

Οι ήσυχος, ήρεμος, αθόρηβος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "quieto" σε Ελληνικά.

quieto adjective masculine γραμματική

forma irónica de decirle a alguien que está alardeando mucho [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ήσυχος

    adjective

    Pero él no se quedaba quieto y murió un mes después.

    Αλλά δεν καθόταν ήσυχος και πέθανε μετά από ένα μήνα.

  • ήρεμος

    adjective

    Dr. Stratman, yo en su lugar me estaría muy quieto.

    Δρ. Stratman, στην θέση σας, θα παρέμενα ήρεμος.

  • αθόρηβος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σιωπηλός
    • ακίνητος
    • σιγανός
    • ακόμη
    • αθόρυβος
    • γαλήνιος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " quieto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "quieto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη