Μετάφραση του "recorte" σε Ελληνικά

Οι απόκομμα, περικοπή, κοπή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "recorte" σε Ελληνικά.

recorte noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόκομμα

    noun neuter

    Era un recorte de periódico sobre la Benzotina y sus efectos mortales.

    Ήταν ένα απόκομμα από εφημερίδα για τα θανατηφόρα αποτελέσματα του βενζόλιου.

  • περικοπή

    noun feminine

    El vencimiento pertinente para determinar el recorte de valoración será el vencimiento residual del activo.

    Εν προκειμένω η περικοπή αποτίμησης καθορίζεται με βάση την εναπομένουσα διάρκεια του περιουσιακού στοιχείου.

  • κοπή

    noun

    Me llegó el rumor que estaban recortando mi beneficio a la mitad.

    Λόγος ήρθε από όπου και αν κοπή τέλος μου στο μισό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κόψιμο
    • ελάττωση
    • ξακρίδι
    • ρετάλι
    • απομεινάρι
    • λειτουργία αποκοπής
    • προσωρινό αντικείμενο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " recorte " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "recorte" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "recorte" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη