Μετάφραση του "reo" σε Ελληνικά

Οι κατάδικος, κατηγορούμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "reo" σε Ελληνικά.

reo adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατάδικος

    ουσιαστικό

    αυτός που καταδικάστηκε και εκτίει ποινή καθείρξεως

    También ha permitido penas de castigos corporales, como amputaciones o instilación de ácido en los ojos del reo.

    Επέτρεψε επίσης σωματικές καταδίκες όπως ακρωτηριασμό και τη ρήψη οξέων στα μάτια των καταδίκων.

  • κατηγορούμενος

    ουσιαστικό

    (νομ.) αυτός εναντίον του οποίου ασκήθηκε ποινική δίωξη, αυτός στον οποίο αποδίδεται μια αξιόποινη πράξη και εναντίον του οποίου διατάχτηκε ανάκριση ή αυτός εναντίον του οποίου κατατέθηκε μήνυση

    Con esta simple duda, es imposible que se condene a un reo a la pena de muerte.

    Με αυτήν την απλή αμφιβολία, είναι αδύνατον να καταδικάζεται ένας κατηγορούμενος σε θάνατο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " reo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "reo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "reo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη