Μετάφραση του "repuesto" σε Ελληνικά
Το ανταλλακτικό είναι η μετάφραση του "repuesto" σε Ελληνικά.
repuesto
verb
noun
masculine
γραμματική
Componente mejorado o pieza de remplazo.
-
ανταλλακτικό
noun neuterPodrá ser utilizado únicamente como dispositivo de escape o silencioso de repuesto.
Δύναται να χρησιμοποιείται αποκλειστικώς ως ανταλλακτικό σύστημα εξάτμισης ή ανταλλακτικός σιγαστήρας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " repuesto " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "repuesto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αναπληρώνω · αντικαθιστώ · επανατοποθετώ · ξαναβάζω
-
ρεζέρβα
-
ανταλλακτικό
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη