Μετάφραση του "resistor" σε Ελληνικά

Οι αντιστάτης, αντίσταση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "resistor" σε Ελληνικά.

resistor

Componente electrónico con dos terminales utilizado para obtener una resistencia eléctrica definida.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αντιστάτης

    noun masculine
  • αντίσταση

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " resistor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "resistor"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "resistor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη