Μετάφραση του "reto" σε Ελληνικά

Οι πρόκληση, απειλή, φοβέρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "reto" σε Ελληνικά.

reto noun verb masculine γραμματική

Invitación a medirse con otros, a confrontarse en una competencia.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρόκληση

    noun feminine

    El reto financiero es tan significativo como el reto institucional.

    Η οικονομική πρόκληση είναι εξίσου σημαντική με τη θεσμική.

  • απειλή

    noun feminine

    En principio, por tanto, pueden suponer un claro reto a los herbicidas selectivos convencionales.

    Θα μπορούσαν, συνεπώς, να αποτελέσουν καταρχήν πραγματική απειλή για τα συμβατικά επιλεκτικά ζιζανιοκτόνα.

  • φοβέρα

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " reto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "reto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αποπαίρνω · επιπλήττω · επιτιμώ · καλώ · μέμφομαι · προκαλώ · πρόκληση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "reto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη