Μετάφραση του "roce" σε Ελληνικά
Οι επαφή, πρόσκρουση, αψιμαχία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "roce" σε Ελληνικά.
roce
noun
verb
masculine
γραμματική
-
επαφή
noun feminineUn roce con la muerte tiene un efecto profundo.
Μια στενή επαφή με το θάνατο σε επηρεάζει βαθιά.
-
πρόσκρουση
noun -
αψιμαχία
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- διαπληκτισμός
- καυγαδάκι
- λογομαχία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " roce " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη