Μετάφραση του "roce" σε Ελληνικά

Οι επαφή, πρόσκρουση, αψιμαχία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "roce" σε Ελληνικά.

roce noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επαφή

    noun feminine

    Un roce con la muerte tiene un efecto profundo.

    Μια στενή επαφή με το θάνατο σε επηρεάζει βαθιά.

  • πρόσκρουση

    noun
  • αψιμαχία

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαπληκτισμός
    • καυγαδάκι
    • λογομαχία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " roce " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "roce" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ξυστά
  • αγγίζω · βρίσκω · γαργαλώ · γδέρνω · εγγίζω · θίγω · λειώνω · προστρίβω · τρίβω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "roce" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη