Μετάφραση του "rol" σε Ελληνικά
Οι ρόλος, εικονική προσωπικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rol" σε Ελληνικά.
rol
noun
masculine
γραμματική
rolando [..]
-
ρόλος
noun masculineποιότητα συμμετοχής σε μια σχέση
Pienso que será el rol que me lanzará.
Νομίζω ότι είναι ο ρόλος που θα με εκτοξεύσει.
-
εικονική προσωπικότητα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rol " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "rol" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανεπιθύμητη οντότητα
-
Ρόλος διακομιστή εφαρμογών
-
ανώτερος ρόλος συντάκτη
-
Βιντεοπαιχνίδι δράσης ρόλων
-
εξουσιοδότηση βάσει ρόλων
-
ρόλος Συντάκτη
-
προεπιλεγμένος ρόλος
-
ρόλος σχέσης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη