Μετάφραση του "rulo" σε Ελληνικά

Οι μπικουτί, ρόλεϊ, Μπικουτί είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rulo" σε Ελληνικά.

rulo verb masculine

artilúgio cilíndrico con el cual las mujeres contornean su cabello [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπικουτί

    noun neuter

    Dispositivo en el que se enrolla el cabello para rizarlo.

    Algunas mujeres todavía tenían los rulos en la cabeza; otros iban en ropa de trabajo.

    Μερικές από τις γυναίκες είχαν ακόμη μπικουτί στα μαλλιά τους και μερικοί φορούσαν ακόμη τα ρούχα της δουλειάς.

  • ρόλεϊ

    noun neuter

    Levanta, quítate los rulos, vamos a ir a una boda, ¿vale?

    Θα βγάλεις τα ρόλεϊ από το κεφάλι, και θα πάμε σε ένα γάμο, εντάξει;

  • Μπικουτί

    instrumento cilíndrico que se utiliza en peluquería para rizar el cabello

    Algunas mujeres todavía tenían los rulos en la cabeza; otros iban en ropa de trabajo.

    Μερικές από τις γυναίκες είχαν ακόμη μπικουτί στα μαλλιά τους και μερικοί φορούσαν ακόμη τα ρούχα της δουλειάς.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ρολό
    • μπούκλα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rulo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "rulo"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rulo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη