Μετάφραση του "rusa" σε Ελληνικά
Οι Ρωσίδα, ρωσικός, Ρώσος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rusa" σε Ελληνικά.
Persona de sexo femenino nacida u originaria de Rusia. [..]
-
Ρωσίδα
noun feminineHace cinco años, te casaste con una rusa que no conocías.
Πριν πέντε χρόνια, παντρεύτηκες μια Ρωσίδα που ούτε καν ήξερες.
-
ρωσικός
adjectiveΠου αναφέρεται στη Ρωσία, τους Ρώσους, τη ρωσική γλώσσα.
No debemos abandonar a la población rusa a su suerte.
Ο ρωσικός πληθυσμός δεν πρέπει να αφεθεί να το αντιμετωπίσει μόνος του.
-
Ρώσος
noun masculineΠου έχει τη ρωσική υπηκοότητα.
En primer lugar, se utilizó la información presentada por el único productor ruso que cooperó.
Πρώτον, χρησιμοποιήθηκαν τα στοιχεία που υπέβαλε ο μοναδικός συνεργασθείς Ρώσος παραγωγός.
-
ρωσικά
noun neuterEl ruso es muy difícil para aprender.
Είναι πολύ δύσκολο να μάθεις Ρωσικά.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rusa " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "rusa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αηδόνι
-
ρώσικη ρουλέτα
-
Ρωσική Αυτοκρατορία
-
Βασίλειο της Ρωσίας
-
Ρωσική Αρμενία
-
δεν μιλώ ρωσικά
-
τρενάκι του λούνα παρκ
-
ρωσική γλώσσα