Μετάφραση του "sala" σε Ελληνικά

Οι δωμάτιο, σαλόνι, καθιστικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sala" σε Ελληνικά.

sala noun verb feminine γραμματική

Habitación en una casa privada utilizada para actividades generales de tipo social o de descanso.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δωμάτιο

    noun neuter

    Hay muchos muebles en esta sala.

    Υπάρχουν πολλά έπιπλα στο δωμάτιο.

  • σαλόνι

    noun neuter

    Necesito apoyo en la sala del lado oeste del pasillo, ahora.

    Χρειάζομαι ενισχύσεις στο σαλόνι στα δυτικά στο τέλος του διαδρόμου, τώρα.

  • καθιστικό

    noun neuter

    Bien, ponle un calendario y cuélgalo en tu sala.

    Bάλ'του ένα ημερολόγιο και κρέμασέ τον στο καθιστικό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αίθουσα
    • λίβινγκ ρουμ
    • σαλοτραπεζαρία
    • σάλα
    • αίθουσα ακροάσεων
    • αίθουσα συνεδριάσεων
    • κοινόχρηστη αίθουσα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sala " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "sala"

Φράσεις παρόμοιες με "sala" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sala" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη