Μετάφραση του "salada" σε Ελληνικά
Οι αλατούχος, αλατώδης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "salada" σε Ελληνικά.
salada
adjective
feminine
γραμματική
Sazonado con demasiada sal. [..]
-
αλατούχος
adjective masculineQue contiene sal.
Solución azucarada y salada de ácido ascórbico
Σακχαρούχος και αλατούχος διάλυση ασκορβικού οξέος.
-
αλατώδης
adjective masculineQue contiene sal.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " salada " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "salada" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αρωματικά άλατα
-
αλίπαστο προϊόν
-
θάλαμος βαφής
-
από το ένα αυτί μου μπαίνει και από το άλλο μου βγαίνει
-
αίθουσα συναυλιών
-
Ποδόσφαιρο σάλας
-
κινηματογράφος · σινεμά
-
αλατίζω · παστώνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη