Μετάφραση του "sardina" σε Ελληνικά

Το σαρδέλα είναι η μετάφραση του "sardina" σε Ελληνικά.

sardina noun feminine γραμματική

auto pequeño [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σαρδέλα

    noun feminine

    Especie pequeña de arenque que se conserva en aceite de oliva o en latas para alimentos.

    Los alcatraces también dependen de la ración de sardinas.

    Οι σούλες επίσης βασίζουν τη διατροφή τους στην σαρδέλα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sardina " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "sardina"

Φράσεις παρόμοιες με "sardina" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sardina" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη