Μετάφραση του "sastre" σε Ελληνικά
Οι ράφτης, ράπτης, μοδίστρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sastre" σε Ελληνικά.
sastre
noun
masculine
γραμματική
Persona que manufactura ropa profesionalmente.
-
ράφτης
noun masculineoficio relativo a la costura de prendas
Mi sastre es rico.
Ο ράφτης μου είναι πλούσιος.
-
ράπτης
noun masculine -
μοδίστρα
noun feminine" Encuentra un buen sastre y copia modelos de diseñadores ".
" Βρείτε μια καλή μοδίστρα κι αντιγράψτε ένα νυφικό.'
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μόδιστρος
- γοφάρι
- ο ράφτης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sastre " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "sastre"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη