Μετάφραση του "secuestro" σε Ελληνικά
Το απαγωγή είναι η μετάφραση του "secuestro" σε Ελληνικά.
secuestro
noun
verb
masculine
γραμματική
Acción de llevase a una persona ilegalmente y en general con violencia.
-
απαγωγή
noun feminineacto de privar de libertad a una persona
Porque nos preguntábamos si Michelle y usted planearon juntos el secuestro.
Γιατί αναρωτιόμασταν αν εσείς κι η Μισέλ σχεδιάσατε την απαγωγή μαζί.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " secuestro " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "secuestro" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παράνομη κατακράτηση προσώπων
-
πολιτική απαγωγή
-
απάγω · κατάσχω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη