Μετάφραση του "servil" σε Ελληνικά

Το δουλικός είναι η μετάφραση του "servil" σε Ελληνικά.

servil adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δουλικός

    adjective

    En todas las relaciones entre personas, uno domina y el otro es servil.

    Σε κάθε σχέση ανάμεσα στους ανθρώπους, ο ένας είναι κυρίαρχος και ο άλλος δουλικός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " servil " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "servil" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη