Μετάφραση του "silla" σε Ελληνικά

Οι καρέκλα, σέλα, Καρέκλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "silla" σε Ελληνικά.

silla noun feminine γραμματική

Mueble compuesto por un asiento, patas, espaldar, y algunas veces reposa-brazos, que sirve pera que una persona se siente. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καρέκλα

    noun feminine

    mueble para sentarse [..]

    En la pieza no había nada más que una vieja silla.

    Δεν υπήρχε τίποτα στο δωμάτιο εκτός από μία παλιά καρέκλα.

  • σέλα

    noun feminine

    Deben haber sido heridos cuando aún estaban en la silla de montar.

    Θα πρέπει να τραυματίστηκε όταν ήταν ακόμη στη σέλα.

  • Καρέκλα

    En la pieza no había nada más que una vieja silla.

    Δεν υπήρχε τίποτα στο δωμάτιο εκτός από μία παλιά καρέκλα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σέλλα
    • έδρα
    • σκαμνί
    • σκίμπους
    • εφίππιο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " silla " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Silla

Silla (Corea)

+ Προσθήκη

"Silla" στο λεξικό Ισπανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Silla στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "silla"

Φράσεις παρόμοιες με "silla" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "silla" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη