Μετάφραση του "sobreprecio" σε Ελληνικά

Οι προσαύξηση στην τιμή, πρόσθετη δασμολογική επιβάρυνση, υπερτίμηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sobreprecio" σε Ελληνικά.

sobreprecio noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσαύξηση στην τιμή

    Aumento en el precio normal de una cosa

    El sobreprecio en el combustible se debe a un nuevo impuesto creado por el gobierno sobre todas las exportaciones.

    Η προσαύξηση στην τιμή των καυσίμων οφείλεται σε έναν νέο φόρο που δημιουργήθηκε από την κυβέρνηση για όλες τις εξαγωγές.

  • πρόσθετη δασμολογική επιβάρυνση

  • υπερτίμηση

    η αξιολόγηση ενός αντικειμένου σε μεγαλύτερη τιμή από την πραγματική

    Detenido el ministro de Salud de Bolivia por la compra de respiradores con sobreprecio a una empresa española

    Σύλληψη του υπουργού Υγείας της Βολιβίας για την αγορά αναπνευστήρων με υπερτίμηση από ισπανική εταιρεία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sobreprecio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sobreprecio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη