Μετάφραση του "socorrer" σε Ελληνικά
Οι βοηθώ, συντρέχω, βοηθάω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "socorrer" σε Ελληνικά.
socorrer
verb
γραμματική
Rescatar de un peligro, daño o evitar heridas que se podrían sufrir. [..]
-
βοηθώ
verbProcurar ayuda o asistencia a.
Con frecuencia interrumpía lo que estaba haciendo para socorrer a los afligidos.
Πολλές φορές, διέκοπτε αυτό που έκανε προκειμένου να βοηθήσει κάποιο βασανισμένο άτομο.
-
συντρέχω
verbProcurar ayuda o asistencia a.
El Salvador socorre a Su pueblo
Ο Σωτήρας συντρέχει τον λαό Του
-
βοηθάω
verbProcurar ayuda o asistencia a.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δίνω χέρι βοήθειας
- παρέχω βοήθεια
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " socorrer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "socorrer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μέτρο παροχής βοήθειας σε περιπτωση έκτακτης ανάγκης
-
αδίκημα λόγω εγκατάλειψης παθόντος
-
αρωγή · βοήθεια · επικουρία · συμπαράσταση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη