Μετάφραση του "sol" σε Ελληνικά
Οι ήλιος, σολ, Ήλιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sol" σε Ελληνικά.
sol (el astro rey pero en diminutivo) [..]
-
ήλιος
noun proper masculineάστρο [..]
La arena es amarilla, y también el sol es amarillo. La arena y el sol son amarillos.
Η άμμος είναι κίτρινη, και ο ήλιος επίσης είναι κίτρινος. Η άμμος και ο ήλιος είναι κίτρινοι.
-
σολ
noun neuterAl fa y al sol.
Στο φα και στο σολ.
-
Ήλιος
proper masculineLa arena es amarilla, y también el sol es amarillo. La arena y el sol son amarillos.
Η άμμος είναι κίτρινη, και ο ήλιος επίσης είναι κίτρινος. Η άμμος και ο ήλιος είναι κίτρινοι.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- λιακάδα
- ηλιόφως
- Σολ
- πρόσωπο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sol " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Estrella particular en el centro de nuestro sistema solar, del cual la Tierra obtiene luz y calor. [..]
-
Ήλιος
proper masculineEl Sol es la estrella más cercana a la Tierra.
Ο Ήλιος είναι το κοντινότερο αστέρι στην Γη.
Εικόνες με "sol"
Φράσεις παρόμοιες με "sol" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Βασιλιάς Ήλιος
-
Ήλιος του μεσονυχτίου
-
Πόντα ντο Σολ
-
ηλιολατρία
-
βασίλεμα · δειλινό · δύση · δύση του ηλίου · ηλιοβασίλεμα
-
διάρκεια ηλιοφάνειας
-
γυαλιά ηλίου
-
ανατολή