Μετάφραση του "sumerio" σε Ελληνικά
Οι Σουμεριακή γλώσσα, σουμεριακή γλώσσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sumerio" σε Ελληνικά.
sumerio
adjective
noun
masculine
γραμματική
Lengua de la antigua Sumeria, hablada en el sur de Mesopotamia desde al menos el cuarto milenio antes de Cristo.
-
Σουμεριακή γλώσσα
-
σουμεριακή γλώσσα
feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sumerio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "sumerio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Τρίτη Δυναστεία της Ουρ
-
Σουμέρ · Σουμέριοι
-
Σουμεριακή · Σουμεριακή γλώσσα · σουμεριακή γλώσσα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη