Μετάφραση του "sumiso" σε Ελληνικά
Οι πειθήνιος, πράος, ενδοτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sumiso" σε Ελληνικά.
sumiso
adjective
masculine
γραμματική
Sometido, privado de originalidad.
-
πειθήνιος
masculineYo soy Frost, un homosexual problemático y sumiso.
Εγώ είμαι ο Frost, ένας πειθήνιος, προβληματικός, ομοφυλόφιλος άντρας.
-
πράος
adjectiveLos diccionarios suelen definir estas palabras como pacífico, sosegado, sumiso o tranquilo.
Τα λεξικά ορίζουν γενικά τη λέξη «πράος», ως ήπιος, ήρεμος, μαλακός, ευγενικός και καταδεκτικός.
-
ενδοτικός
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- υποχωρητικός
- γλύφτης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sumiso " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη