Μετάφραση του "tangible" σε Ελληνικά

Οι απτός, χειροπιαστός, αισθητός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tangible" σε Ελληνικά.

tangible adjective masculine γραμματική

Que tiene existencia o sustancia material.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • απτός

    adjective masculine

    El presupuesto debe tener la capacidad de ser tangible y dinámico, la capacidad de escuchar y de responder.

    Ο προϋπολογισμός πρέπει να έχει τη δυνατότητα να είναι απτός και δυναμικός, να ακούει και να ανταποκρίνεται.

  • χειροπιαστός

    adjective masculine

    Casi se palpa el terror, es algo tangible.

    Μπορείς ν ́ αγγίξεις τον τρόμο. Είναι χειροπιαστός.

  • αισθητός

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tangible " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tangible" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη