Μετάφραση του "tedioso" σε Ελληνικά
Οι ανιαρός, κουραστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tedioso" σε Ελληνικά.
tedioso
adjective
masculine
γραμματική
-
ανιαρός
adjective masculine -
κουραστικός
επίθετο αρσενικό (-ός, ή, ό)1. που προκαλεί κούραση 2. που προκαλεί πλήξη, ανία· βαρετός
Con las leyes de Kirchhoff se encuentra la solución, a través de un conjunto de ecuaciones, frecuentemente muy grande, con las que llegar a la solución resulta tedioso.
Με τους νόμους του Kirchhoff, η λύση βρίσκεται μέσω ενός συνόλου εξισώσεων, συχνά πολύ μεγάλων, με τις οποίες η επίτευξη της λύσης γίνεται κουραστική.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " tedioso " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη