Μετάφραση του "temer" σε Ελληνικά
Οι φοβάμαι, φοβούμαι, φόβος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "temer" σε Ελληνικά.
Estar asustado por; tener una emoción inconfortable de ansiedad sobre algo que produce una reacción de susto o une impresión de inseguridad.
-
φοβάμαι
verbEstar asustado por; tener una emoción inconfortable de ansiedad sobre algo que produce una reacción de susto o une impresión de inseguridad.
Todos le temen al tiempo.
Όλοι φοβούνται το χρόνο.
-
φοβούμαι
verbLas autoridades temen una escalada de la actividad terrorista.
Κλιμάκωση τρομοκρατικής δράσης φοβούνται οι αρχές.
-
φόβος
noun masculineHay oposición porque se teme no poder alcanzar esas metas.
Υπάρχουν αντιρρήσεις, επειδή υπάρχει φόβος να μην επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ανησυχία
- τρομάζω
- σκιάζομαι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " temer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "temer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
θεματικό τραγούδι
-
καθολικό θέμα
-
θέμα σελίδας
-
γραμματοσειρά θέματος
-
Διαχείριση θεμάτων
-
Θέμα
-
πόρος θέματος
-
εφέ θέματος