Μετάφραση του "tenaz" σε Ελληνικά

Οι πεισματάρης, ανθεκτικός, ελαστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tenaz" σε Ελληνικά.

tenaz adjective masculine γραμματική

Que se pega a algo. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πεισματάρης

    adjective

    Bueno, Clark, Lex puede ser tenaz, pero no hay forma de que haya sobrevivido.

    Μπορεί να είναι πεισματάρης αλλά αποκλείεται να επέζησε από κάτι τέτοιο.

  • ανθεκτικός

    adjective masculine

    Sin duda, el tenaz eucalipto es un árbol de múltiples usos.

    Πράγματι, ο ανθεκτικός ευκάλυπτος είναι ένα δέντρο με πολλές και ποικίλες χρήσεις.

  • ελαστικός

    masculine
  • εύκαμπτος

    masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tenaz " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tenaz" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη