Μετάφραση του "tic" σε Ελληνικά

Το τικ είναι η μετάφραση του "tic" σε Ελληνικά.

tic noun masculine γραμματική

movimiento involuntario de alguna parte del cuerpo [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τικ

    neuter

    Y he empezado a hacer ese tic con mi ojo.

    Με έπιασε το τικ που έχω στο μάτι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη