Μετάφραση του "tocado" σε Ελληνικά

Οι βλαμμένος, ημιπαράφρων, κάλυμμα κεφαλής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tocado" σε Ελληνικά.

tocado adjective noun interjection verb masculine γραμματική

ligeramente lesionado o enfermo [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βλαμμένος

    (υβριστ) που έχει διαταραχτεί η ψυχική και διανοητική του ισορροπία, ανισόρροπος

    No creas lo que dijo porque está un poco tocada.

    Μην πιστεύεις αυτό είπε επειδή είναι λίγο βλαμμένη.

  • ημιπαράφρων

    επίθετο αρσενικό (-ων -ον)

    ελαφρά παράφρων, μισότρελος

    Se les pasó la mano y falleció. Luego le echaron la culpa a otro tío que está tocado, alegando que todo había sido una riña.

    Το παρατράβηξαν και πέθανε. Στη συνέχεια, κατηγόρησαν έναν άλλο θείο που είναι ημιπαράφρων, ισχυριζόμενοι ότι όλα ήταν συνέπεια ενός καυγά.

  • κάλυμμα κεφαλής

    Prenda que se usa para cubrir la cabeza

    El fez es el tocado típico de los hombres en algunas zonas del norte de África.

    Το φέσι είναι το τυπικό κάλυμμα κεφαλής των ανδρών σε ορισμένες περιοχές της Βόρειας Αφρικής.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μωλωπισμένο
    • στολίδι μαλλιών
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tocado " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "tocado"

Φράσεις παρόμοιες με "tocado" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Νότιος κιτρινόραμφος βούκερος
  • κάνω πίπα
  • άγγιχτος
  • απαγόρευση κυκλοφορίας · απαγόρευση της κυκλοφορίας · διορία
  • μου έλαχε εμένα να
  • την σπάω
  • άγγιγμα · αφή · επαφή · λυδία λίθος · πλήγμα · πρόσκρουση · χτύπημα
  • είναι η σειρά μου να ...
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tocado" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη