Μετάφραση του "tocar" σε Ελληνικά

Οι αγγίζω, παίζω, παίξιμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tocar" σε Ελληνικά.

tocar verb masculine γραμματική

Percibir por medio de la piel; utilizar el sentido del tacto. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγγίζω

    verb

    Me alegra que todo lo que veo y escucho y toco es imposible.

    Είμαι ιδιαίτερα ευτυχής που ό, τι βλέπω και ακούω και αγγίζω είναι απίθανο.

  • παίζω

    verb

    Ella sabe tocar el piano.

    Ξέρει να παίζει πιάνο.

  • παίξιμο

    neuter

    μουσικού οργάνου

    Su hermano tuvo que oírme tocar una velada entera.

    Ο άτυχος αδερφός σας κάποτε ανέχτηκε το δικό μου παίξιμο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άγγιγμα
    • παιχνίδι
    • άπτομαι
    • χτυπώ
    • θίγω
    • συγκινώ
    • είναι η σειρά κάποιου
    • κρούω
    • χτυπάω
    • φτάνω
    • ακουμπώ
    • εγγίζω
    • βαράω
    • αισθάνομαι
    • γειτονεύω
    • εκτείνομαι
    • κουδουνίζω
    • ψαύω
    • ηχώ
    • υπαινίσσομαι
    • έρχεται η ώρα για κάτι
    • αφορώ
    • κρούω τύμπανο
    • λαχαίνω
    • χτυπώ καμπάνα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tocar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "tocar"

Φράσεις παρόμοιες με "tocar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Νότιος κιτρινόραμφος βούκερος
  • κάνω πίπα
  • άγγιχτος
  • απαγόρευση κυκλοφορίας · απαγόρευση της κυκλοφορίας · διορία
  • μου έλαχε εμένα να
  • την σπάω
  • άγγιγμα · αφή · επαφή · λυδία λίθος · πλήγμα · πρόσκρουση · χτύπημα
  • είναι η σειρά μου να ...
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tocar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη