Μετάφραση του "torvo" σε Ελληνικά
Οι αμφίβολος, αμφιλεγόμενος, ύποπτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "torvo" σε Ελληνικά.
torvo
adjective
masculine
γραμματική
-
αμφίβολος
adjective masculine -
αμφιλεγόμενος
adjective masculine -
ύποπτος
adjective masculine -
αγριωπός
επίθετο αρσενικό (-ός, -ή,-ό)αυτός που έχει άγρια όψη, βλοσυρός
Un rostro torvo.
Ένα αγριωπό πρόσωπο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " torvo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "torvo"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη