Μετάφραση του "trozo" σε Ελληνικά

Οι μέρος, κομμάτι, θραύσμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "trozo" σε Ελληνικά.

trozo noun verb masculine γραμματική

Una de las partes en la que se puede dividir algo.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μέρος

    noun neuter

    He subrayado a lápiz los trozos que hemos leído.

    Έχω υπογραμμίσει με μολύβι όλα τα μέρη που επιλέξαμε και διαβάσαμε.

  • κομμάτι

    noun neuter

    Es un trozo de pergamino salpicado con información.

    Είναι ένα κομμάτι από περγαμηνή πιτσιλισμένο με πληροφορίες.

  • θραύσμα

    noun neuter

    El trozo golpea al usuario en la cabeza.

    Το θραύσμα χτυπά τον χρήστη στο κεφάλι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • όγκος
    • μοιρασιά
    • μικρή απροσδιόριστη ποσότητα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " trozo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "trozo"

Φράσεις παρόμοιες με "trozo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "trozo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη