Μετάφραση του "unir" σε Ελληνικά

Οι συνδέω, δένω, συνδυάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "unir" σε Ελληνικά.

unir verb γραμματική

Juntar dos o más cosas o actividades. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνδέω

    verb

    La unidad debe conectarse a una red si tiene capacidad para funcionar en red de fábrica.

    Η μονάδα πρέπει να είναι συνδεδεμένη με δίκτυο εάν έχει ικανότητα δικτύου όπως παραδίδεται.

  • δένω

    verb

    En Aguadilla sólo teníamos una corbata, nunca aprendí porque nunca me tocaba a mí.

    Είχαμε μόνο μια γραβάτα, στην Aguadilla, και γι'αυτό εγώ ποτέ... δεν έμαθα να τη δένω, ξέρεις.

  • συνδυάζω

    verb

    Si podemos conseguir incluso una presunta víctima puede que encontremos pruebas que sean su perdición.

    Αν μπορέσουμε να συνδυάσουμε έστω μια θεωρητική ομάδα θυμάτων, ίσως βρούμε στοιχεία που τον ξεσκεπάζουν.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ενώνω
    • σύνδεσμος
    • συναντώ
    • συρράπτω
    • εναρμονίζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " unir " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "unir" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "unir" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη