Μετάφραση του "valer" σε Ελληνικά

Οι έχω, κάνω, αξίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "valer" σε Ελληνικά.

valer verb γραμματική

Tener fuerza legal o efectividad, ser aplicable. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • έχω

    verb

    No es un error que trabajéis juntas, ¿vale?

    Δεν είναι κακό να σας έχω και τις δύο να δουλεύετε μαζί, εντάξει?

  • κάνω

    verb

    Si quieren mantener su base en nuestro territorio más les vale.

    Αν θέλουν να διατηρήσουν τις βάσεις τους στη χώρα μας, θα το κάνουν.

  • αξίζω

    verb

    1. για οικονομικό αγαθό που έχει αξία, κοστίζει, στοιχίζει 2. έχω θετικές ιδιότητες, γνώσεις ή προτερήματα, έτσι ώστε να διακρίνομαι, να έχω την εκτίμηση των άλλων• έχω αξία 3. είμαι κατάλληλος, συγκεντρώνω τα προσόντα ή τις προϋποθέσεις για κτ. καλό ή κακό

    Esa tontería no vale que te enfades.

    Δεν αξίζει να θυμώσεις. για αυτή την ανοησία

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βοηθάω
    • βοηθώ
    • ισχύω
    • κοστίζω
    • χρησιμεύω
    • στοιχίζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " valer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "valer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "valer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη