Μετάφραση του "vano" σε Ελληνικά
Οι μάταιος, ανώφελος, άκαρπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vano" σε Ελληνικά.
vano
adjective
masculine
γραμματική
Paso o acceso hacia un edificio, una habitación, etc. que se abre o cierra con una puerta.
-
μάταιος
adjectiveDick trató en vano de resolver el problema.
Ο Ντικ επιχείρησε μάταια να λύσει αυτό το πρόβλημα.
-
ανώφελος
adjective masculineTu muerte no será en vano.
Ο θάνατος σου δε θα είναι ανώφελος.
-
άκαρπος
adjective(μτφ) αυτός που δεν φέρνει αποτέλεσμα
David intentó llamar a su hermana por teléfono en un vano intento por localizarla.
Ο Ντέιβιντ προσπάθησε να καλέσει την αδερφή του στο τηλέφωνο σε μια άκαρπη προσπάθεια να την φτάσει.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- βαθούλωμα
- εσοχή
- άχρηστος
- αναποτελεσματικός
- ατελέσφορος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " vano " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "vano"
Φράσεις παρόμοιες με "vano" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κόλπος · κόρφος · μούρο · ρόγα
-
άδικα · άδικος · ανώφελα · εις μάτην · επί ματαίω · κάκου · μάταια · μάταιος · μάτην · του κάκου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη