Μετάφραση του "vender" σε Ελληνικά

Οι πουλώ, πουλάω, εμπορεύομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vender" σε Ελληνικά.

vender verb γραμματική

Proveer bienes o servicios a cambio de dinero.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πουλώ

    verb

    Vender coches es mi trabajo.

    Να πουλώ αυτοκίνητα είναι η δουλειά μου.

  • πουλάω

    verb

    Se la compré intencionadamente a un hombre que la robó, y la vendo con una ganancia.

    Την αγόρασα από έναν που την έκλεψε εν γνώσει μου, και την πουλάω για κέρδος.

  • εμπορεύομαι

    verb

    Entonces empezaré a vender el producto que Ud. vio

    Τότε θ ' αρχίσω να εμπορεύομαι τα στρέμματα στα οποία έπεσες προχτές

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποκαλύπτω
    • ανταλλάσσω έναντι χρημάτων
    • προδίδω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vender " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "vender" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vender" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη