Μετάφραση του "verbal" σε Ελληνικά
Οι προφορικός, λεκτικός, ρηματικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "verbal" σε Ελληνικά.
verbal
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
προφορικός
adjective masculineSe dará prioridad a los contactos verbales y personales con la prensa.
Κατά προτίμηση, οι επαφές με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, γίνονται προφορικά και προσωπικά.
-
λεκτικός
adjectiveOi, esto se supone que las verbales, hijo.
Oi, αυτό υποτίθεται ότι είναι το λεκτικά, γιος.
-
ρηματικός
masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " verbal " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "verbal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χαρακτηρισμός
-
περιφραστικό ρήμα
-
περιφραστικό ρήμα
-
Μη λεκτική επικοινωνία
-
ρηματική φράση
-
ενεστώτας
-
γλώσσα · λόγος · ομιλία
-
γλώσσα · λόγος · ομιλία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη