Μετάφραση του "viejo" σε Ελληνικά

Οι παλιός, αρχαίος, πρώην είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "viejo" σε Ελληνικά.

viejo adjective noun masculine γραμματική

papá y mamá [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • παλιός

    adjective masculine

    Hay un viejo cine en la ciudad.

    Στην πόλη υπάρχει ένας παλιός κινηματογράφος.

  • αρχαίος

    adjective masculine

    Quise alistarme pero me rechazaron por viejo. No has cambiado nada.

    Προσπάθησα να καταταγώ πάλι, αλλά μου είπαν ότι είμαι αρχαίος.

  • πρώην

    adverb

    La ex compañera de Diana uniéndose a su vieja rival de toda la vida.

    Η πρώην συμπαίκτρια της Νταΐάνα συμμάχησε με την πρώην αντίπαλό της.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γέρος
    • παλαιός
    • ηλικιωμένος
    • γέρικος
    • τέως
    • αρχαία
    • γηραιός
    • γριά
    • γριά γέρικο
    • μπαγιάτικος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " viejo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "viejo"

Φράσεις παρόμοιες με "viejo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "viejo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη