Μετάφραση του "violento" σε Ελληνικά
Οι βίαιος, απότομος, σφοδρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "violento" σε Ελληνικά.
Que toma medidas, generalmente deliberadas, que hacen o se preponen causar lesión a personas, animales, o cosas - asociadas a menudo con una agresión. [..]
-
βίαιος
adjective masculineEn no estar tan excitada cuando se pone violento.
Να μην ερεθίζομαι τόσο πολύ όταν γίνεται βίαιος?
-
απότομος
adjective masculineGino, a ella le gusta cuando eres violento
Gino, της αρέσει όταν γίνεσαι απότομος
-
σφοδρός
adjective masculineCaracterizado por una intensidad extrema en sus emociones o convicciones.
La elevada densidad de plantación permite resistir los violentos vientos de la isla.
Οι υψηλές πυκνότητες φύτευσης ενισχύουν την αντοχή στους σφοδρούς ανέμους που πνέουν στο νησί.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- παράφορος
- δυνατός
- θυελλώδης
- άξεστος
- πολεμοχαρής
- άβολος
- ευμεγέθης
- ορμητικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " violento " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "violento" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ορμητικός · παράφορος · σφοδρός
-
βιαιοπραγώ
-
Μη Βίαιη Επικοινωνία
-
θύελλα · καταιγίδα
-
βίαιο έγκλημα